|
Η εικόνα αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία καθώς
οι αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων έχουν
αυξηθεί ταυτόχρονα στις
μεγαλύτερες οικονομίες
του κόσμου. Το
αμερικανικό 10ετές έχει
ανέβει σε επίπεδα που
δεν είχαν καταγραφεί από
το 2002, ενώ αντίστοιχες
πιέσεις έχουν εμφανιστεί
στις αγορές ομολόγων της
Ευρώπης και της
Ιαπωνίας.
Πληθωρισμός, χρέος και
AI πιέζουν τις αποδόσεις
Η άνοδος των αποδόσεων
συνδέεται με έναν
συνδυασμό παραγόντων.
Οι επίμονες
πληθωριστικές πιέσεις
διατηρούν τις προσδοκίες
για τα επιτόκια σε
υψηλότερα επίπεδα, ενώ
το αυξανόμενο δημόσιο
χρέος σημαίνει ότι οι
κυβερνήσεις πρέπει να
αντλήσουν τεράστια ποσά
από τις αγορές.
Παράλληλα, η έκρηξη των
επενδύσεων στην τεχνητή
νοημοσύνη δημιουργεί
έναν νέο, ιδιαίτερα
μεγάλο ανταγωνιστή για
τα κεφάλαια των αγορών.
Οι μεγάλοι τεχνολογικοί
όμιλοι στρέφονται όλο
και περισσότερο στην
αγορά ομολόγων για να
χρηματοδοτήσουν data
centers και υποδομές AI,
αυξάνοντας τη ζήτηση για
κεφάλαια και πιέζοντας
ανοδικά το κόστος
χρηματοδότησης.
Το αποτέλεσμα είναι μια
αγορά στην οποία κράτη
και επιχειρήσεις
διεκδικούν ταυτόχρονα
τεράστιους όγκους
κεφαλαίων.
Ούτε το Υπουργείο
Οικονομικών μπορεί να
ελέγξει τις αποδόσεις
Ο Μπέσεντ αναγνώρισε ότι
το αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών δεν μπορεί
να καθορίσει το επίπεδο
στο οποίο θα
διαπραγματεύονται οι
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων.
Μπορεί, ωστόσο, να
επιχειρήσει να
ενθαρρύνει τους
επενδυτές να μην
αντιδρούν υπερβολικά
στις βραχυπρόθεσμες
μεταβολές και να
αξιολογούν την ευρύτερη
εικόνα της οικονομίας.
Το μήνυμα του Αμερικανού
υπουργού Οικονομικών
είναι ουσιαστικά ότι η
άνοδος των αποδόσεων δεν
πρέπει να ερμηνεύεται
αυτομάτως ως ένδειξη
προβλήματος ειδικά για
τις ΗΠΑ, από τη στιγμή
που το ίδιο φαινόμενο
εμφανίζεται στις
περισσότερες μεγάλες
αγορές ομολόγων.
Το πετρέλαιο προσθέτει
νέο πληθωριστικό κίνδυνο
Την ίδια στιγμή, οι
υψηλότερες τιμές
ενέργειας λόγω της
παρατεταμένης σύγκρουσης
ΗΠΑ–Ιράν ενισχύουν τους
φόβους για τον
πληθωρισμό.
Η εξέλιξη αυτή
περιπλέκει το έργο της
Federal Reserve, καθώς
οι αγορές καλούνται να
αποτιμήσουν ταυτόχρονα
την επιβράδυνση της
αγοράς εργασίας και τον
κίνδυνο νέας επιτάχυνσης
των τιμών.
Παρά το πιο αδύναμο από
το αναμενόμενο
αμερικανικό report για
την απασχόληση, η αγορά
ομολόγων δεν έχει
καταφέρει να ανακάμψει
ουσιαστικά. Οι επενδυτές
συνεχίζουν να
συνυπολογίζουν τον
πληθωρισμό, τα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, τις
γεωπολιτικές εξελίξεις
και την αυξανόμενη
ανάγκη χρηματοδότησης
επενδύσεων στην AI.
Πάνω από 7% τα
στεγαστικά
Η άνοδος των αποδόσεων
μεταφέρεται ήδη στην
πραγματική οικονομία.
Τα στεγαστικά επιτόκια
στις ΗΠΑ παραμένουν πάνω
από το 7%, αυξάνοντας το
κόστος χρηματοδότησης
για τα νοικοκυριά και
περιορίζοντας την
προσιτότητα της αγοράς
κατοικίας.
Όσο περισσότερο
παραμένουν υψηλές οι
μακροπρόθεσμες
αποδόσεις, τόσο
μεγαλύτερη είναι η πίεση
όχι μόνο στα στεγαστικά,
αλλά και στο κόστος
χρηματοδότησης των
επιχειρήσεων και στις
αποτιμήσεις των μετοχών.
«Δεν βλέπει» φούσκα στην
AI
Ο Μπέσεντ απέρριψε
παράλληλα την άποψη ότι
η εκρηκτική αύξηση των
επενδύσεων στην τεχνητή
νοημοσύνη αποτελεί κατ’
ανάγκη ένδειξη νέας
επενδυτικής φούσκας.
Ως επιχείρημα
επικαλέστηκε τη
χρηματοοικονομική ισχύ
των μεγάλων τεχνολογικών
ομίλων, όπως η
Microsoft, η Alphabet
και η Meta,
υποστηρίζοντας ότι οι
επενδύσεις τους στην AI
στηρίζονται σε σημαντικά
έσοδα και συνεχιζόμενη
επιχειρηματική ανάπτυξη.
Η εξέλιξη αυτή δεν
αναιρεί, πάντως, το
γεγονός ότι η
χρηματοδότηση της AI
έχει γίνει ένας από τους
παράγοντες που αυξάνουν
τη ζήτηση για κεφάλαια
στις αγορές ομολόγων.
Το κρίσιμο ερώτημα για
τις αγορές
Το βασικό ζήτημα πλέον
δεν είναι μόνο εάν οι
αποδόσεις των ομολόγων
θα παραμείνουν υψηλές,
αλλά εάν έχει ξεκινήσει
μια πιο μόνιμη αλλαγή
στο παγκόσμιο κόστος
χρήματος.
Εάν ο πληθωρισμός, τα
υψηλά δημοσιονομικά
ελλείμματα και οι
τεράστιες επενδυτικές
ανάγκες στην AI
συνεχίσουν να αυξάνουν
τη ζήτηση για κεφάλαια,
οι υψηλότερες αποδόσεις
μπορεί να αποδειχθούν
περισσότερο δομικό
χαρακτηριστικό των
αγορών παρά μια
προσωρινή αναταραχή.
Αυτό είναι και το
μεγαλύτερο ρίσκο για τις
αγορές μετοχών: ένα
περιβάλλον όπου το
«χωρίς ρίσκο» επιτόκιο
παραμένει υψηλό για
μεγαλύτερο διάστημα
αυξάνει το κόστος
κεφαλαίου και περιορίζει
τα περιθώρια για υψηλές
αποτιμήσεις.
|